O Κανονισμός CLP αποτελεί την προσαρμογή του GHS για την Ευρώπη και πρέπει να εφαρμοστεί σε όλα τα Κράτη Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς εξαιρέσεις ή τροποποιήσεις.
Οι κύριοι στόχοι του Κανονισμού CLP είναι:
- να διασφαλιστεί υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας και του περιβάλλοντος·
- να καθορίσει τα κριτήρια για την ταξινόμηση, την επισήμανση και τη συσκευασία χημικών ουσιών και μειγμάτων·
- να διευκολύνει την ανεμπόδιστη διακίνηση χημικών ουσιών, μειγμάτων και προϊόντων.
Ο Κανονισμός CLP δημοσιεύθηκε αρχικά στις 16 Δεκεμβρίου 2008, τροποποιώντας και καταργώντας την προϋφιστάμενη Οδηγία 67/548/ΕΟΚ για τις επικίνδυνες ουσίες και την Οδηγία 1999/45/ΕΚ για τα επικίνδυνα παρασκευάσματα, καθώς και τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1907/2006.
- Ο Κανονισμός CLP εφαρμόστηκε σε δύο φάσεις. Μετά από μια μεταβατική περίοδο, κατέστη υποχρεωτικό πρώτα για τις χημικές ουσίες (1 Δεκεμβρίου 2010)και στη συνέχεια για τα μείγματα(1 Ιουνίου 2015).
Ο επίσημος οργανισμός που είναι υπεύθυνος για τον Κανονισμό CLP είναι ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Χημικών (ECHA).
Ο Κανονισμός CLP εφαρμόζεται σε όλους τους τομείς των χημικών και περιλαμβάνει όλους τους βιομηχανικούς κλάδους. Υπάρχουν, ωστόσο, ορισμένες εξαιρέσεις χημικών προϊόντων που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού CLP:
- φαρμακευτικά προϊόντα όπως ορίζονται στην Οδηγία 2001/83/ΕΚ·
- κτηνιατρικά φαρμακευτικά προϊόντα όπως ορίζονται στην Οδηγία 2001/82/ΕΚ·
- καλλυντικά προϊόντα όπως ορίζονται στην Οδηγία 76/768/ΕΟΚ·
- ιατροτεχνολογικά προϊόντα όπως ορίζονται στις Οδηγίες 90/385/ΕΟΚ, 93/42/ΕΟΚ και 98/79/ΕΚ, τα οποία είναι επεμβατικά ή χρησιμοποιούνται σε άμεση φυσική επαφή με το ανθρώπινο σώμα·
- τρόφιμα ή ζωοτροφές όπως ορίζονται στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 178/2002, συμπεριλαμβανομένων όταν χρησιμοποιούνται ως πρόσθετα τροφίμων, ως αρωματικές ύλες και στη διατροφή των ζώων.